Η ιστορία της 12χρονης Φαμπιάνα έχει συγκλονίσει τη Βενεζουέλα και έχει προκαλέσει έντονη συγκίνηση διεθνώς, καθώς το κορίτσι κατάφερε να επιβιώσει επί 32 ώρες εγκλωβισμένο κάτω από τα συντρίμμια της πολυκατοικίας του, μετά τους δύο ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν τη χώρα στις 24 Ιουνίου. Ο δεύτερος σεισμός, μεγέθους 7,5 Ρίχτερ, ήταν ένας από τους ισχυρότερους που έχουν καταγραφεί στη χώρα εδώ και έναν αιώνα.
Η μητέρα της, Καρίνα Μπλάνκο, ετοιμαζόταν να ξεκινήσει το μάθημα spinning που διδάσκει όταν άρχισε να σείεται η γη. Καθώς οι δονήσεις γίνονταν ολοένα και πιο έντονες, άρπαξε την τσάντα της και βγήκε έξω μαζί με τους υπόλοιπους ανθρώπους.
«Όταν κατάλαβα το μέγεθος του σεισμού, άρχισα να φωνάζω “η κόρη μου, η κόρη μου”. Μπήκα στο αυτοκίνητό μου και οδήγησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα», περιέγραψε.
Η 12χρονη Φαμπιάνα βρισκόταν μόνη στο διαμέρισμα της οικογένειας, στον πρώτο όροφο μιας δεκαώροφης πολυκατοικίας στην Καραμπαγιέδα, στη βόρεια πολιτεία Λα Γκουάιρα. Όταν η μητέρα της έφτασε στο σημείο, αντίκρισε μια εικόνα που δυσκολευόταν να πιστέψει.
«Έβλεπα μια πολυκατοικία, μετά ένα κενό εκεί όπου βρισκόταν η δική μας, και στη συνέχεια ακόμα μία πολυκατοικία», είπε.
Η Φαμπιάνα βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο της μητέρας της όταν σημειώθηκαν οι σεισμοί. Έτρεξε στην κουζίνα και κρατήθηκε από τον πάγκο, όμως οι τοίχοι γύρω της κατέρρευσαν, εκσφενδονίζοντάς την στο έδαφος.
«Έβλεπα τα πάντα να κουνιούνται, να πέφτουν και να σπάνε. Έπειτα οι τοίχοι ράγισαν. Ο τοίχος που χώριζε το διαμέρισμά μας από εκείνο μιας φίλης κατέρρευσε. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πως θα πεθάνω. Ότι δεν θα επιζήσω και πως κανείς δεν θα με σώσει», ανέφερε.
Για την ίδια ακολούθησαν 32 βασανιστικές ώρες κάτω από τα χαλάσματα.
Έξω από το κατεστραμμένο κτίριο, η μητέρα της είδε το μισό κρεβάτι της κόρης της να προεξέχει μέσα από τα συντρίμμια.
«Έτρεχα από τη μία άκρη του συγκροτήματος στην άλλη φωνάζοντας “πέθανε, η κόρη μου πέθανε”. Δεν ήξερα τι να κάνω», είπε.
Η Φαμπιάνα ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, παγιδευμένη από τα συντρίμμια, με την οροφή να βρίσκεται ελάχιστα εκατοστά από το πρόσωπό της.
«Είμαι άνθρωπος που αγχώνομαι εύκολα και έχω κλειστοφοβία. Δεν ξέρω όμως γιατί, με κυρίευσε μια περίεργη ηρεμία. Ίσως ο εγκέφαλός μου βρισκόταν σε κατάσταση σοκ», είπε.
Λίγη ώρα αργότερα, μια νοσηλεύτρια που εργαζόταν ως φροντίστρια των γειτόνων στον επάνω όροφο άρχισε να φωνάζει, για να διαπιστώσει αν υπήρχε κάποιος ζωντανός. Η Φαμπιάνα της απάντησε.
«Μου είπε να παραμείνω ήρεμη και ότι όλα θα πάνε καλά», θυμάται.
Έξι ώρες μετά τον σεισμό, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, η νοσηλεύτρια απεγκλωβίστηκε και ενημέρωσε τους εθελοντές ότι ένα κορίτσι με το όνομα Φαμπιάνα ήταν ακόμη ζωντανό.
«Είχα παραδοθεί στον Θεό, ζητώντας δύναμη για να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς τη Φαμπιάνα. Και τότε κάποιος μου είπε “η κόρη σου ζει”», είπε η Καρίνα.
Η μητέρα της άρχισε να φωνάζει το όνομα της κόρης της μέσα από τα ανοίγματα στα συντρίμμια, όμως η Φαμπιάνα δεν μπορούσε να την ακούσει, όπως αναφέρει το BBC.
«Για κάποιον λόγο είχα ελπίδα και πίστη. Το ένα μου πόδι ήταν λυγισμένο σε πολύ επώδυνη θέση και μετακίνησα λίγα μπάζα για να το ισιώσω. Γρατζουνίστηκα και κόπηκα, αλλά βρήκα ένα μπουκάλι κέτσαπ και λίγο τριμμένο τυρί. Αυτά με κράτησαν σε εγρήγορση», είπε
Με το πρώτο φως της ημέρας έφτασε στο σημείο ομάδα πυροσβεστών της Βενεζουέλας, όμως, παρά τις προσπάθειές της, δεν κατάφερε να ακούσει καμία απάντηση από τη Φαμπιάνα.
«Μου είπαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα και έφυγαν. Σκέφτηκα ότι ίσως είχε πεθάνει από ασφυξία ή είχε υποστεί καρδιακή προσβολή. Τότε εμφανίστηκε ένας εθελοντής, ο Βίκτορ. Ήταν ο ήρωάς μου», είπε η μητέρα της.
Κάτω από τα ερείπια, η Φαμπιάνα βρήκε το κινητό της τηλέφωνο. Δεν υπήρχε σήμα, καθώς τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας είχαν καταρρεύσει, ωστόσο αποφάσισε να καταγράψει ένα βίντεο, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα μπορούσε να το στείλει στη μητέρα της ή σε κάποιον που θα τη βοηθούσε.
Στο βίντεο ακούγεται να λέει:
«Διαμέρισμα – Ριταμάρ Παλάς. Έγινε σεισμός και έχουν πέσει πολλά μπάζα. Δεν υπάρχει φως. Δεν υπάρχει κανείς να μας σώσει. Είμαι μόνη. Πολλοί γείτονες είναι παγιδευμένοι κάτω από τα ερείπια. Χρειαζόμαστε βοήθεια».
Την ίδια ώρα, ο εθελοντής Βίκτορ ανέβηκε πάνω στα συντρίμμια και άρχισε να φωνάζει το όνομά της. Αυτή τη φορά η Φαμπιάνα τον άκουσε και του απάντησε.
«Γύρισα προς όλους και φώναξα “η κόρη μου ζει”. Ο κόσμος άρχισε να καταφθάνει κατά εκατοντάδες και να φέρνει εργαλεία. Όμως οι πυροσβέστες που βρίσκονταν εκεί επέμεναν ότι ήταν αδύνατο να φτάσουν σε εκείνη και έφυγαν», είπε η Καρίνα.
Λίγες ώρες αργότερα έφτασε νέα ομάδα πυροσβεστών, η οποία υποσχέθηκε ότι θα την απεγκλωβίσει, χωρίς όμως να καταφέρει αρχικά να την προσεγγίσει.
Ο Βίκτορ συνέχιζε να επιστρέφει στο σημείο από όπου μπορούσε να επικοινωνεί μαζί της, δίνοντάς της κουράγιο, ενώ κλήθηκε ειδική ομάδα διάσωσης από το Καράκας. Μέχρι να φτάσει, είχε ήδη νυχτώσει.
Η Καρίνα έτρεχε αναζητώντας φακούς και παρακαλούσε τον κόσμο να βοηθήσει. Επτά μοτοσικλέτες και δύο αυτοκίνητα φώτισαν με τους προβολείς τους το σημείο της κατάρρευσης, ώστε οι διασώστες να συνεχίσουν τις προσπάθειες.
Σταδιακά κατάφεραν να ανοίξουν μια τρύπα αρκετά μεγάλη, ώστε να δουν τη Φαμπιάνα. Το βίντεο που τη δείχνει να χαμογελά μέσα από το άνοιγμα έγινε viral στη Βενεζουέλα.
«Ύστερα από τόσες ώρες εγκλωβισμένη, όταν τους είδα, γέμισα χαρά. Τότε κατάλαβα ότι θα σωθώ», είπε.
Στις περίπου 02:00 τα ξημερώματα της Παρασκευής, 32 ώρες μετά τους σεισμούς, οι διασώστες κατάφεραν να ανοίξουν μια σήραγγα αρκετά μεγάλη, ώστε να την απεγκλωβίσουν. Η Φαμπιάνα βγήκε περπατώντας, με τη βοήθειά τους, και έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της.

«Όταν βγήκα, είδα την οικογένειά μου και την πολυκατοικία εντελώς κατεστραμμένη. Έμοιαζε σαν να μην ήταν αληθινό, σαν να βρισκόμουν σε τηλεοπτική σειρά», είπε.
Σύμφωνα με την Καρίνα, από τους σχεδόν 50 ανθρώπους που ζούσαν στην πολυκατοικία τους, μόνο τρεις ανασύρθηκαν ζωντανοί.
Μέχρι και την Κυριακή, οι Αρχές είχαν επιβεβαιώσει τον θάνατο 3.342 ανθρώπων, ενώ δεκάδες χιλιάδες εξακολουθούσαν να αγνοούνται.
Η Φαμπιάνα υπέστη μόνο ένα κάταγμα στο αριστερό πόδι, καθώς και εκδορές και μώλωπες, χωρίς άλλα σοβαρά τραύματα. Πλέον μένει μαζί με τη γιαγιά της.
«Στην αρχή φοβόμουν ακόμα και να ξαπλώσω, ιδιαίτερα ανάσκελα, γιατί θυμόμουν τις ώρες που πέρασα κάτω από τα συντρίμμια», είπε.
Έξω από το σπίτι όπου διαμένει σήμερα η οικογένεια, στη Λα Γκουάιρα, υπάρχουν ακόμη πολλά κατεστραμμένα κτίρια.
«Έξω από αυτό το σπίτι υπάρχει τεράστια θλίψη. Πονάω πολύ όταν σκέφτομαι τους γείτονες και τους φίλους μου. Θα χρειαστεί χρόνος για να συνέλθουμε, αλλά θα τα καταφέρουμε. Τι περισσότερο μπορεί να ζητήσει μια μητέρα; Η κόρη μου είναι ζωντανή», κατέληξε η Καρίνα.


